LOADING

Follow me

Μυρτώ Κοντοβά, που χάθηκαν τα Υπέροχα Πλάσματα;
20/04/2016|ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Μυρτώ Κοντοβά, που χάθηκαν τα Υπέροχα Πλάσματα;

Μυρτώ Κοντοβά, που χάθηκαν τα Υπέροχα Πλάσματα;

Τι έπαθε η Αθήνα μας; Γιατί μιλάμε ακόμη για τα αυτονόητα; Πόσο αυτιστική είναι η ζωή μας; Γιατί δεν είμαστε επιεικείς με τις σκέψεις μας; Πόσο ελεύθεροι νιώθουμε; Πόσο ελεύθεροι είμαστε; Ποιος πήγε και άπλωσε τα ρούχα στην ταράτσα;

Κρατήσαμε σημειώσεις από τις σκέψεις της Μυρτώς Κοντοβά για όλα αυτά. Παρακάτω θα βρεις πέντε bullets με όλα όσα έχει στο μυαλό της σήμερα. Δεν μιλάει βρώμικα. Μιλάει αληθινά.

 

  • Παθαίνω εμμονές, νευρώσεις στομάχου, κρίσεις! Ασχολούμαι πάρα πολύ έντονα με κάθε μου δουλειά, είμαι συνεχώς πάνω από το έργο και το δουλεύω ασταμάτητα. Δεν μπορώ να φανταστώ πως είναι να γράφεις κάτι, να το παραδίνεις και να φεύγεις. Το παίρνω πολύ προσωπικά. Στο Victor Victoria [ανεβαίνει στο Pantheon], ήθελα να φτιάξω ένα κείμενο με την ευελιξία της δικής μας καθημερινής γλώσσας. Φρόντισα να περιγράφει την ιστορία και το πνεύμα του αυθεντικού, αλλά εντελώς σημερινά. Πρώτη φορά ετοίμασα κάτι για το θέατρο και ευτυχώς που είπα ναι, γιατί ήμουν σε μια περίοδο βουλιάσματος στον καναπέ. Το μιούζικαλ δεν είναι μια απλή πρόζα. Έχει τραγούδια, αμέτρητες σκηνές, πολλές λεπτομέρειες που πρέπει να προσέξεις. Γενικά δεν είμαι φαν του είδους, αλλά μου αρέσει να τα παρακολουθώ γιατί τρελαίνομαι με ό,τι έχει μέσα μουσική. Στο συγκεκριμένο έργο με γοητεύει τρομερά το ζήτημα της μεταμφίεσης και της αλλαγής. Έχει εξαιρετικά νοήματα. Μιλάει με σαφήνεια, μέσα από καθαρούς και αναγνωρίσιμους ρόλους, για την ελευθερία της ύπαρξης και την ελεύθερη επιλογή. Δείχνει πόσο κανονικός μπορείς να είσαι μέσα από τις επιλογές σου και τον τρόπο που διαλέγεις για να ζήσεις.
  • Το θέμα αυτό είναι στο τραπέζι ακόμη και σήμερα. Είναι περίεργο. Δεν έχουν ξεπεραστεί τα ταμπού και οι προκαταλήψεις μας, όσο κι αν γίνονται ανοιχτές συζητήσεις γύρω από αυτό. Βλέπω στο σύνολο της κοινωνίας έναν διχασμό και μια υπόγεια κριτική για το τι είναι ο καθένας. Δεν αποδεχόμαστε την όποια επιλογή μπορεί να διαφέρει από τις επιλογές του συνόλου. Πρόκειται ίσως για μια παθογένεια των μικροαστικών κοινωνιών. Η χρόνια ψυχοθεραπεία που έχω κάνει, με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι γινόμαστε επιθετικοί με κάτι που είναι διαφορετικό από εμάς, γιατί τσιγκλιέται κάτι μέσα μας, κάτι που δεν έχουμε ανακαλύψει. Δεν γίνεται να σε ενοχλούν οι επιλογές κάποιου ανθρώπου, χωρίς να συνδέεται αυτό με δικά σου ζητήματα. Είμαστε πολύπλοκοι οι άνθρωποι.
  • Δεν νομίζω ότι θα ξεπεράσουμε εύκολα τα συμπλέγματά που έχουμε ως κοινωνία, τουλάχιστον όσο ζω εγώ. Αγαπώ πολύ την γενιά μου, θεωρώ ότι είναι μια γενιά με τρομερό ενδιαφέρον, ωραία άτομα, πάρτι, ταξίδια, χιούμορ! Όπως και να το κάνουμε όμως, στο κάτω μέρος του φλιτζανιού, υπάρχει ένα DNA που διατηρεί έναν βαθύ συντηρητισμό. Σκέφτομαι πολλές φορές αν υπάρχει και σε μένα αυτό. Εδώ μεγάλωσα, με ελληνική παραδοσιακή οικογένεια και όλα τα κατάλειπα που φαντάζεσαι, αλλά προσπαθώ να ξεφεύγω.
  • Είμαι λίγο μπερδεμένη με την Αθήνα. Είναι το αγαπημένο μου θέμα αυτή η πόλη, την ξέρω πολύ καλά, και νιώθω ακόμη ασφαλής εδώ. Ανήκω σε αυτούς που τρελαίνονται όταν είναι μακριά. Δεν έχω την επαφή με την φύση που επιζητούν οι περισσότεροι. Είναι όμως κάπως περίεργα τα πράγματα. Παρατηρώ τους ανθρώπους στον δρόμο, τα κορίτσια, τα αγόρια. Είναι αλλιώς! Τα Υπέροχα Πλάσματα θα είχαν φρικάρει πολύ σήμερα με την φάση που ζούμε και τα φασιστικά γεγονότα. Ήταν τρία παιδιά που αγαπούσαν πολύ την πόλη τους, θα είχαν τρομοκρατηθεί. Σίγουρα θα περνούσαν και μια περίοδο κατάθλιψης. Θα είχαν ταρακουνηθεί πολύ με τις αλλαγές που ήρθαν. Θα είχαν μια θλίψη, αλλά θα την έβρισκαν την άκρη. Το λέω με σιγουριά, γιατί οι χαρακτήρες αυτοί βασίζονται σε αληθινά πρόσωπα. Από τότε, είδα ξανά την σειρά φέτος το καλοκαίρι. Συγκινήθηκα! Εντάξει, δεν θα πω ψέματα, με γοητεύουν ακόμη τα υπέροχα πλάσματα που μπορεί να έχουμε γύρω μας, και μου έχει περάσει πολλές φορές από το μυαλό να γράψω ξανά αυτή την σειρά. Με άλλα παιδιά, με νέες ιστορίες. Ίσως καταφέρω και το ξανακάνω…
  • Είναι αυτιστικό το να γράφεις, έχει απίστευτη μοναξιά. Πρέπει να έχεις λίγο θέμα για να κάνεις αυτή την δουλειά. Το χειρότερο όμως είναι όταν δεν έχεις δημιουργικότητα, και είσαι σε περίοδο που δεν χρειάζεται να δουλέψεις ή να παραδώσεις κάτι. Εκεί λες τελείωσε, δεν έχω καμία έμπνευση πια, πάω να ψοφήσω. Έχω μια τάση στην ματαιότητα! Κάνω και αυστηρή αυτοκριτική. Παλιά έκανα έναν μήνα για να παραδώσω ένα κείμενο. Σήμερα γράφω ό,τι μου έρχεται. Γίνομαι πιο επιεικής με τις σκέψεις μου και με τον εαυτό μου. Και αυτό νομίζω ότι γενικά πρέπει να γίνουμε όλοι πιο επιεικείς, και με τους εαυτούς μας και με τους γύρω μας.

 


*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο πρώτο free press του FROOT Magazine που κυκλοφορεί στην πόλη. Μπορείς να ξεφυλλίσεις online το περιοδικό εδώ.

Η φωτογραφία ανήκει στον George Alexandrakis.

no comments
Share

Τάσος Μπιμπισίδης